Μου αρέσει η σοκολάτα. Η πικρή σοκολάτα εκστασιάζει τη γεύση μου λιώνοντας αργά –ηδονικά– μέσα στο στόμα. Δεν τη μασάω. Όχι. Από τα δόντια συμμετέχουν μόνο οι κοπτήρες. Κόβουν μικρά-μικρά κομματάκια απαλά –λίγο-λίγο. Η γλώσσα –ο πιο δυνατός μυς του σώματος– αναλαμβάνει με τις αισθησιακές θωπείες της να τα μετουσιώσει σε γεύση. Το σάλιο τρελαίνεται. Καίει στο στόμα καθώς ο θεσπέσιος πυκνός χυλός στριφογυρίζει παιγνιδίζοντας ανάμεσα στα δόντια. Ύστερα γλιστρά γλυκά-γλυκά –ερεθίζοντας οργασμικά τον ουρανίσκο– και πριν αρχίσει το ταξίδι εγκαταλείποντας το βασίλειο της γεύσης στέλνει ένα βιαστικό χάδι στο λάρυγγα. Ο βλάκας… μερικές φορές πνίγεται από τη γλύκα!...
Σήμερα κατέβηκα στο Σύνταγμα έχοντας συντροφιά μια λαχταριστή σοκολάτα. Για γάλακτος μου φαινότανε, μα δεν πειράζει… Σοκολάτα να ‘ναι!... Είχε φωτογραφηθεί με τέχνη. Κολλημένη –ίσια μπροστά– στο τζάμι αιχμαλώτιζε το βλέμμα μου. Δημιουργούσε ένα διακριτικό παραβάν, απομονώνοντας το βλέμμα από τους γύρω όρθιους. «Να είχα μία σοκολάτα» με προκαλούσαν τα τυπωμένα πάνω της γράμματα. «Πες το ψέματα», σκέφτηκα. Ο απέναντι μουσάτος κύριος ούτε που πήρε είδηση το επίμονο βλέμμα μου πάνω απ’ το κεφάλι του. Ήταν ασφαλής πίσω από την εκλογολογία του πρωτοσέλιδου. Ο διπλανός του –όμορφος νέος– με τ’ ακουστικά στ’ αυτιά και το σκούφο ως τα φρύδια… Μα, πού ήταν φευγάτη η ματιά του; Αδύνατο να καταλάβω. Μήπως δεν την είχε πάρει μαζί του;
Έτσι βρισκόμασταν tête a tête. Εγώ κι εκείνη. Να με προκαλεί ξεδιάντροπα μέσα σε τόσο κόσμο. Παίζοντας με την αδυναμία μου. Διεγείροντας τη φαντασία μου. Μαγνητίζοντας το βλέμμα μου. Πώς να την αποκτήσω; Πώς να την κάνω δική μου; Τώρα. Εδώ –αν ήταν δυνατόν– μπροστά σ’ όλο τον κόσμο…
Όλα έχουν γίνει εύκολα στις μέρες μας. Όλα έχουν την τιμή τους –λένε οι ειδικοί. Ξεχάστε το παλιό «η τιμή τιμή δεν έχει και χαρά στον που την έχει». Έχεις σήμερα χρήμα. Είσαι ο καλύτερος του χωριού. Σεβαστός, δυνατός, υπολογίσιμος, αξιοπρεπής, ωραίος. Δεν έχεις; «Πού πας, ρε Καραμήτρο;». «Με τη σειρά σας κύριε». «Περάστε αργότερα». «Λυπάμαι, κλείσαμε».
Ευτυχώς, όμως, που σήμερα και το χρήμα αγοράζεται!... Έτσι, μπορούμε όλοι να έχουμε την ψευδαίσθηση του σεβαστού, του δυνατού, του ωραίου. Με μεταφορά υπολοίπου, με άτοκες δόσεις, με εξόφληση σε πενήντα πέντε χρόνια. Με χίλιους δυο τρόπους. Αρκεί να θέλεις μία σοκολάτα…
Τα τεφτέρια του παππού και της γιαγιάς μου παίρνουν –μήνας μπαίνει μήνας βγαίνει– μηχανογραφικά την εκδίκησή τους κι οι τοκογλύφοι –αυτοί οι αδίστακτοι εκβιαστές κι εκμεταλλευτές της ανθρώπινης αδυναμίας– ανοίγουν το ένα μετά το άλλο τα υποκαταστήματα… Η σοκολάτα έχει τόσο υπέροχη γεύση...
Νοιώθουμε πλούσιοι με δανεικά, κάνοντας πραγματικά πλούσιους εκείνους τους ελάχιστους που εμπορεύονται τις επιθυμίες, τα όνειρα, τις φιλοδοξίες, τις ανάγκες μας. Το ξέρουν και μας το φτύνουν στα μούτρα. «…Κι εμείς άνθρωποι είμαστε». Και το πιστεύουμε, γιατί μας αρέσει η σοκολάτα, μας αρέσει το επώνυμο ρούχο, μας αρέσει το ακριβό αυτοκίνητο. Χρειαζόμαστε ένα κεραμίδι πάνω απ’ το κεφάλι μας. Και προστρέχουμε στους ποικιλώνυμους «κι εμείς άνθρωποι είμαστε». Μια υπογραφή κι αγοράζουμε ό,τι «θέλουμε» –τι άλλο άραγε θα μπορούσαμε να κάνουμε;
«Καταναλώνω άρα υπάρχω»… Το γαϊτανάκι που έχει στηθεί είναι χωρίς τελειωμό. Και το γαϊτανάκι δεν είναι ο υπερδανεισμός των νοικοκυριών. Είναι η έκρηξη κι ο πολλαπλασιασμός των αναγκών που καθημερινά δημιουργούνται. Είναι το πρότυπο ζωής που επιβάλλεται και κυριαρχεί μέρα τη μέρα. Είναι κοινωνικό φαινόμενο η υπερκατανάλωση.
Αν αναλογιζόμασταν –πότε να προλάβουμε άραγε– με πόσο λίγα και πιο απλά υλικά αγαθά μπορούμε να είμαστε ευτυχισμένοι και να ζούμε άνετα, θα πέφταμε σε κατάθλιψη και μελαγχολία! Προτιμάμε όμως να βρισκόμαστε διαρκώς σε κατάθλιψη και μελαγχολία χρωστώντας τα μαλλιοκέφαλά μας! Και για όλα φταίει η… σοκολάτα!...
Βγαίνοντας απ’ το συρμό, μια άλλη εικόνα έκλεψε το βλέμμα μου. «Να έπαιρνα έναν ύπνο»… Ευχαριστώ, δεν θα πάρω… Ήδη παίρνω μαζί μ’ όλη την κοινωνία τον ύπνο του… δικαίου!...
Subscribe to:
Post Comments (Atom)
No comments:
Post a Comment